Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικη Γλωσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικη Γλωσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Η συνέχεια της Ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες.


Ποια Ελληνική λέξη είναι αρχαία και ποια νέα;
Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη;
Οι Έλληνες σήμερα ασχέτως μορφώσεως μιλάμε ομηρικά, αλλά δεν το ξέρομε επειδή αγνοούμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε.
Για του λόγου το αληθές θα αναφέρομε μερικά παραδείγματα για να δούμε ότι η Ομηρική γλώσσα όχι μόνο δεν είναι νεκρή, αλλά είναι ολοζώντανη.

Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.

Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.τ.λ.
Με το επίρρημα τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.τ.λ.

Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω.

Πέδον στον Όμηρο σημαίνει έδαφος, τώρα λέμε στρατόπεδο, πεδινός.
Το κρεβάτι λέγεται λέχος, εμείς αποκαλούμε λεχώνα τη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι.

Πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα, σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης αποκαλούμε εύπορο κάποιον που έχει χρήματα, γιατί έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί δηλαδή να περάσει όπου θέλει, και άπορο αυτόν που δεν έχει πόρους, το φτωχό.

Φρην είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων κ.τ.λ.

Δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο.

Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα  αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) το λέμε λωποδύτη.

Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος.

Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.

Το θυμό τον αποκαλούσαν χόλο. Από τη λέξη αυτή πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε επίσης αυτός είναι χολωμένος.

Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση, ή νοσταλγία.

Άλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.

Το βάρος το αποκαλούσαν άχθος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.

Ο ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι – ρύπανση.

Από τη λέξη αιδώς (ντροπή) προήλθε ο αναιδής.

Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.

Από το φάος, το φως προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες.

Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.

Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά, εξ ου και τo υποβρύχιο.

Φερνή έλεγαν την προίκα. Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη να τη λέμε «πολύφερνη νύφη».

Το γεύμα  στο οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του το φαγητό του λεγόταν έρανος. Η λέξη παρέμεινε, με τη διαφορά ότι σήμερα δεν συνεισφέρουμε φαγητό, αλλά χρήματα.

Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια του Όμήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε – η χειρ έγινε χέρι, το ύδωρ νερό, η ναυς έγινε πλοίο, στη σύνθεση διατηρήθηκε η πρώτη μορφή της λέξεως.
Από τη λέξη χειρ έχομε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ κ.τ.λ.
Από το ύδωρ έχομε τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.
Από τη λέξη ναυς έχομε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραδείγματα προκύπτει ότι:
Δεν υπάρχουν αρχαίες και νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές.

Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.

Από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα προστέθηκαν στην Ελληνική γλώσσα μόνο ελάχιστες λέξεις.
Η γνώση των εννοιών των λέξεων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι μιλάμε τη γλώσσα της ομηρικής ποίησης, μια γλώσσα που δεν ανακάλυψε ο Όμηρος αλλά προϋπήρχε πολλές χιλιετηρίδες πριν από αυτόν.

Φίλοι μου, προσθέστε και εσείς τις δικές σας γνώσεις που να σχετίζονται με το θέμα.
Σκοπός μας είναι να ανακαλύψουμε τις έννοιες των λέξεων για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε καλύτερα. Παλαιότερα όταν έλεγαν μια λέξη καταλάβαιναν όλοι το ίδιο. π.χ για τη λέξη αρετή ήξεραν ότι είναι η μεσότητα ανάμεσα σε δύο υπερβολές. Σήμερα ο καθένας για την ίδια λέξη εννοεί και κάτι διαφορετικό.


Πηγές
Απολλώνιου Σοφιστού Λεξικόν κατά στοιχείον Ιλιάδος και Οδύσσειας Εκδόσεις Ηλιοδρόμιο
Περιοδικό Δαυλός τεύχος 79
Πηγή

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Βυζαντινές... διεθνείς λέξεις

Ως γνωστόν, η πλουσιότατη ελληνική μας γλώσσα χρησίμευσε και χρησιμεύει ακόμη ως αστείρευτο θησαυροφυλάκιο λέξεων για όλες τις δυτικές – και όχι μόνο- γλώσσες...
Μεγάλος αριθμός επιστημονικών, φιλολογικών, τεχνολογικών και πολιτειακών όρων αποδίδεται σε πολλές γλώσσες με ελληνικές λέξεις. Ακόμη και λέξεις χρησιμοποιούμενες συχνά στην καθομιλουμένη των Δυτικών μας φίλων απηχούν την ελληνόγλωσση καταγωγή (καταστροφή – catastrophe, τηλέφωνο – telephone) ή ακόμη και ονόματα ζώων (ελέφαντας – elephant).

Κατά το Μεσαίωνα υπήρχαν πολλές πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ Βυζαντίου και Δύσης. Ιδιαίτερα κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα (μέχρι και τον 12ο αιώνα) η πολιτιστική ακτινοβολία του βυζαντινού ελληνισμού στη Δυτική Ευρώπη ήταν ισχυρότατη. Μέσα στα πλαίσια αυτής της επιρροής, οι χριστιανικοί λαοί της Δύσης (αλλά και οι Σλάβοι) δανείστηκαν αυτούσιες ελληνικές λέξεις ή μετέφρασαν απ’ τα ελληνικά στα λατινικά άλλες λέξεις για να δηλώσουν ότι και οι Βυζαντινοί. Παρακάτω θ’ αναφερθούν λίγα μόνο παραδείγματα τέτοιων δανείων.
Τα πρώτα έχουν σχέση με πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς ευρέως διαδεδομένους και απόλυτα αναγκαίους τόσο τότε όσο και στη σύγχρονη εποχή.
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε οικουμενική πολιτική ιδεολογία. Ως συνέχεια του ρωμαϊκού imperium – που στα πλαίσια του χριστιανισμού μεταμορφώθηκε σε imperium christianum – είχε αξιώσεις για παγκόσμια πολιτική και πολιτιστική κυριαρχία. Ο βυζαντινός αυτοκράτωρ παρουσιαζόταν ως ο ανώτερος ηγεμόνας όλων των κοσμικών βασιλέων, χριστιανών και μη, και ως ο προστάτης όλης της χριστιανοσύνης. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι την ευημερία του κράτους εποφθαλμιούσαν πολλοί εχθροί, έκαναν επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας μιας διεθνούς έννομης τάξης κατευθυνόμενης φυσικά από την ηγεσία του Βυζαντίου. Έτσι, από πολύ νωρίς, αναπτύχθηκε η περίφημη και πολύπλοκη βυζαντινή διπλωματία. Η λέξη «διπλωματία» ως τεχνικός όρος έχει βυζαντινή προέλευση, το ίδιο και οι λέξεις «δίπλωμα, διπλωμάτης». «Διπλώματα» ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τα ειδικά διαπιστευτήρια έγγραφα των διπλωματικών αντιπροσώπων. Ο όρος «διπλωμάτης» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά με τη σημερινή έννοια από τις βορειοϊταλικές πόλεις κατά την Αναγέννηση, οπότε έχουμε και τις πρώτες μόνιμες σε ξένες χώρες διπλωματικές αποστολές. Ο πρώτος μόνιμος πρέσβης ήταν από τη Βενετία και ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα, οι αρχαιότερες μέχρι σήμερα γνωστές διμερείς διεθνείς συνθήκες εμπορικού – οικονομικού περιεχομένου υπογράφτηκαν ήδη από τον 10ο αιώνα μεταξύ Βυζαντίου και Βενετίας.
Εξάλλου, η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρινόταν – και διακρίνεται - για την φιλανθρωπική της δράση. Με χορηγίες επισκόπων, αυτοκρατόρων και διαφόρων πιστών ιδιωτών, ιδρύονταν και λειτουργούσαν ήδη από τον 4ο αιώνα διάφορα ευαγή ιδρύματα. Κατά τη χιλιόχρονη πορεία του Βυζαντίου και υπό τη συνεχή μέριμνα της Εκκλησίας, αναπτύχθηκε ο θεσμός του νοσοκομείου, όπως τον ξέρουμε σήμερα. Τα οργανωμένα νοσοκομειακά ιδρύματα ονομάζονταν «ξενώνες» ή «ξενοδοχεία» γιατί ξεκίνησαν ως χώροι υποδοχής ταλαιπωρημένων προσκυνητών. Η λατινική λέξη για το φιλόξενος είναι «hospitalis». Από αυτήν και κατ’ επιρροήν της βυζαντινής ονομασίας των νοσοκομείων, προήλθε η λέξη «hospital» (ospedale στα μοντέρνα ιταλικά).
Παραμένοντας στο χώρο της εκκλησιαστικής ορολογίας, οι Βυζαντινοί για τον χώρο ταφής των νεκρών χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν τον όρο «κοιμητήριον», επειδή σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία οι αποβιώσαντες χριστιανοί αδελφοί, είναι προσωρινά μόνο νεκροί, γιατί θα αναστηθούν κατά την ημέρα της Κρίσεως, ήτοι τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Από τον όρο αυτό προήλθε και ο ευρέως διαδεδομένος σήμερα όρος σε όλες τις δυτικές χώρες «cemetery» δηλωτικός των νεκροταφείων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ στην σύγχρονη Ελλάδα, ο όρος «νεκροταφείο» είναι πολύ πιο διαδεδομένος στην καθομιλουμένη από τον όρο «κοιμητήριο», στις αγγλόφωνες χώρες έχει κυριαρχήσει ο όρος «cemetery», που εκτόπισε σχεδόν τελείως τη λέξη «graveyard»!
Άλλωστε, το Βυζάντιο, άξιος συνεχιστής του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού φημιζόταν για την μεγάλη πνευματική παράδοση και την οργανωμένη, δημόσια ή ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Το ήδη από τον 5ο αιώνα ιδρυμένο «Πανδιδακτήριον», αναδιοργανώθηκε τον 8ο αιώνα από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ Ίσαυρο (717-741 μ.Χ.) και ονομάστηκε «οικουμενικόν διδασκαλείον». Στα λατινικά ο όρος οικουμενικός αποδίδεται ως «universalis». Όταν ιδρύθηκαν τα πρώτα πανεπιστήμια στην Ιταλία (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.) ονομάστηκαν και αυτά οικουμενικά με την έννοια ότι προσέφεραν παντοειδείς επιστημονικές, φιλοσοφικές και θεολογικές γνώσεις. Έτσι, δημιουργήθηκε ο όρος «university».
Οι υπόλοιπες λέξεις – δάνεια έχουν σχέση με τον υλικό πολιτισμό και ειδικότερα τη γαστριμαργία. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Ά (527-565 μ.Χ.) με τους πολέμους του εναντίον των γερμανικών βασιλείων της Δύσης, ανέκτησε πολλά εδάφη της παλαιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στην Ιταλία ειδικά, ιδρύθηκε το Εξαρχάτο της Ραβέννας. Στην τελευταία, εγκαταστάθηκε σημαντικός αριθμός Ελλήνων από τις ανατολικές επαρχίες, έμποροι, καλλιτέχνες, ψηφοθέτες, γλύπτες κ.λ.π. Η ελληνική παρουσία τόνωσε την πολιτιστική και καλλιτεχνική παραγωγή και ύψωσε, ως ένα βαθμό το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της πρώιμης μεσαιωνικής Ιταλίας. Αν και το Εξαρχάτο διαλύθηκε από τους Λομβαρδούς στα μέσα του 8ου αι., η βυζαντινή πολιτισμική επιρροή ήταν εμφανής μέχρι και το τέλος του Μεσαίωνα. Σημαντικές, άλλωστε, εκτάσεις στη Ν. Ιταλία και η Σικελία παρέμειναν στη βυζαντινή κυριαρχία μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα.
Η βυζαντινή πολιτισμική επιρροή εκδηλώθηκε σε διάφορους τομείς, έτσι ήταν αισθητή και στην καθημερινή ζωή και κουζίνα των μεσαιωνικών Ιταλών. Έτσι, οι Βυζαντινοί παρασκεύαζαν ένα γλυκό από σιρόπι μελιού που το έλεγαν «κηρόμελον». Οι Ιταλοί το ονόμαζαν «caramella». Είναι ο πρόδρομος της σημερινής καραμέλας (caramel στα αγγλικά). Επίσης, ήδη από την αρχαιότητα, οι Έλληνες παρασκεύαζαν ένα είδος μακρόστενων ζυμαρικών που έτρωγαν στα νεκρικά δείπνα, τα λεγόμενα «νεκρόδειπνα» προς τιμήν του νεκρού συγγενή τους. Οι Βυζαντινοί – που συνέχισαν αυτήν την παράδοση – ονόμαζαν αυτό το φαγητό «μακαρώνια» (μακάριος + αιώνια) και τρώγοντας έλεγαν αιώνια μακάριος ο… τάδε. Έτσι, δημιουργήθηκε η λέξη και το αντίστοιχο ζυμαρικό «μακαρόνια» (macaroni)! Βέβαια οι Ιταλοι κατόπιν δημιούργησαν πολλά και διαφορετικά είδη spaghetti. Τέλος, οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τις διάφορες πίτες «πλακούντες» - όπως οι αρχαίοι ή και «πίττες», εξ’ ου και η λέξη «pie». Ακόμη στην βυζαντινή Καλαβρία, Έλληνες και Ιταλοί παρασκεύαζαν μία πίτα αλμυρή και «ανοικτή». Βασικά υλικά ήταν το τυρί, το κρεμμύδι, οι ελιές και πιο σπάνια διάφορα αλλαντικά. Το φαγητό αυτό ήταν ο πρόδρομος της δημοφιλέστατης σημερινής πίτσας (!) (pizza, κατά παραφθορά της λέξεως πίττα)!


Διαβάστε περισσότερα: 24ωρο: Βυζαντινές... διεθνείς λέξεις http://24wro.blogspot.com/2010/09/blog-post_1340.html#ixzz10C6oQOaQ

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία: Δραγουμάνος


Δραγουμάνος, βέβαια, είναι στην προκείμενη περίπτωση ο μεταφραστής, αν και στην κοινή της χρήση η λέξη σημαίνει μάλλον τον διερμηνέα. Ποια είναι όμως η ιστορία της λέξης δραγουμάνος;

Η λέξη πάει πολύ πίσω, είναι πιθανότατα τρισχιλιετής, αλλά όχι ελληνική. Στα ελληνικά είναι δάνειο από… από πού αλήθεια; Το λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφει ως κύριο τον τύπο δραγομάνος και δεύτερο τον τ. δραγουμάνος, και δίνει τη λέξη σαν δάνειο από τα ενετικά (dragomano), αραβικής αρχής, όμως το συνήθως εγκυρότερο λεξικό Τριανταφυλλίδη δίνει τον τύπο δραγουμάνος ως δάνειο απευθείας από τα αραβικά. Με τον Τριανταφυλλίδη συμφωνούν και οι Καχανέ, που θεωρούν ότι το βυζαντινό δραγομάνος/δραγουμάνος, δάνειο από τα αραβικά, είναι η πηγή για το μεσαιωνικό λατινικό dragomannus απ’ όπου προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά, δηλαδή το ιταλικό dragomanno, το γαλλ. drogman ή το μεσαιωνικό αγγλικό dragman, σημερινό dragoman. Πιθανόν ο δανεισμός να έγινε από τα αραβικά της Αιγύπτου (ταργκουμάν, targumān).

Πάντως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο δραγουμάνος είναι ανατολικής αρχής· στα κλασικά αραβικά ο διερμηνέας είναι ταρτζουμάν (ترجمان, tarjumān), το οποίο ανάγεται τελικά στο ακκαδικό targumānu (διερμηνέας), απ’ όπου και το εβραϊκό targum (μετάφραση, διερμηνεία). Εκεί που είπαμε για τον αραβικό τύπο, κάποιοι θα αναγνώρισαν ήδη τον τίτλο της τουρκικής εφημερίδας Τερτζουμάν. Πράγματι, αυτή είναι η τουρκική μορφή της λέξης.

Δραγουμάνος, είπαμε, είναι ο διερμηνέας. Τους προηγούμενους αιώνες, που οι γλωσσομαθείς ήταν ελάχιστοι, ο κάθε αξιωματούχος που είχε συναλλαγές με ξένους, έπρεπε να έχει τον προσωπικό διερμηνέα του, ο οποίος τον συνόδευε παντού στις υποθέσεις του. Ωστόσο, οι κατ’ εξοχήν δραγουμάνοι ή δραγομάνοι ήταν οι διερμηνείς και μεταφραστές της Υψηλής Πύλης στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Και βέβαια, τα καθήκοντά τους δεν ήταν απλώς μεταφραστικά-γλωσσικά, όπως των κακόμοιρων των μεταφραστών σήμερα, που είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Όχι, οι δραγουμάνοι της αυλής του Σουλτάνου είχαν και διπλωματικά καθήκοντα και πολλοί απ’ αυτούς έπαιξαν καίριο ρόλο στην εξωτερική πολιτική του κράτους.

Οι περισσότεροι δραγουμάνοι ήταν ρωμιοί, φαναριώτες. Ο πρώτος που κατέλαβε επίσημα το αξίωμα του Μεγάλου Δραγουμάνου της Οθωμανικής αυλής, το οποίο στην πράξη πλησίαζε το σημερινό του υπουργού εξωτερικών, ήταν χιώτης στην καταγωγή, ο Παναγιωτάκης Νικούσιος.

Ο Νικούσιος πρέπει να ήταν πανέξυπνος άνθρωπος, δαιμόνιος. Γεννήθηκε το 1613 στην Πόλη. Μαθητής του Μελέτιου Συρίγου, σπούδασε στην Πάντοβα ιατρική, μαθηματικά και αστρονομία. Γνώριζε τουρκικά, αραβικά, περσικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά. Το 1661 ανήλθε στο αξίωμα του μεγάλου διερμηνέα, στο οποίο παρέμεινε έως το θάνατό του το 1673. Υπηρέτησε πιστά την Πύλη, μεταξύ άλλων στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση του Χάνδακα το 1669, αλλά επίσης μεσολάβησε ώστε να εκδοθεί φιρμάνι που να επιδικάζει τα προσκυνήματα στα Ιεροσόλυμα στους ορθόδοξους. Ήταν διάσημος στην Ευρώπη για τις γνώσεις του. Κατείχε πλουσιότατη βιβλιοθήκη με σπάνια χειρόγραφα, που προκάλεσε το ενδιαφέρον του Κολμπέρ, υπουργού οικονομικών του Λουδοβίκου ΙΔ’, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να την αγοράσει. Τον διαδέχτηκε ο γραμματέας του, ο επίσης Χιώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος ξεκίνησε τη μακρά παράδοση της φαναριώτικης οικογένειας σε ψηλά αξιώματα.

Για τον Νικούσιο πρέπει να γράψω κάποτε περισσότερα, συν τοις άλλοις επειδή αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, ότι είναι ανεδαφική η «ετυμολογία» ορισμένων, που λένε ότι η έκφραση «πράσινα άλογα» προέρχεται, τάχα, από το «πράσσειν άλογα». Ο Νικούσιος λοιπόν είχε στην Πόλη το παρατσούκλι «πρασινάλογος», επειδή ήταν Χιώτης και επειδή οι Χιώτες είχαν φήμη για εκκεντρικοί· υπήρχε και παροιμία, που τη διασώζει και ο Πολίτης, «Πράσινο άλογο και Χιώτης φρόνιμος» (είναι, δηλαδή, εξίσου ανύπαρκτα). Αλλά γι’ αυτά θα γράψω άλλη φορά, ας γυρίσουμε στους δραγουμάνους.

Οι δραγουμάνοι, όπως και οι άλλοι φαναριώτες, γνώριζαν μεγάλες τιμές και πλούτη, αλλά η θέση τους δεν έπαυε τους να είναι επισφαλής. Όπως λέει ο Ρήγας στον Θούριο:

Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι αν σταθείς,
O
Tύραννος αδίκως σε κάμει να χαθείς.

Την εποχή των Φαναριωτών συνυπάρχουν οι τύποι δραγουμάνος και δραγομάνος. Σήμερα ο τύπος δραγουμάνος έχει επικρατήσει –είναι και επώνυμο. Βέβαια, σήμερα η λέξη έχει παλιώσει. Σπάνια ακούγεται σε σημερινά συμφραζόμενα, όταν δεν γίνεται αναφορά σε πρόσωπα και πράγματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βέβαια, στο τραγούδι του Νίκου Γκάτσου, «κριτής κι αφέντης είναι ο θεός και δραγουμάνος του ο λαός». Επίσης, τη λέξη τη βρίσκω και σε σημερινά κείμενα, έστω και σπάνια, με την έννοια του διερμηνέα ή του μεσολαβητή, ενώ στο slang.gr βρήκα την έκφραση «τι στέκεσαι σαν δραγουμάνος», που λέγεται ή λεγόταν όταν κάποιος στέκεται επίμονα πάνω από το κεφάλι μας, όπως θα πρέπει να έστεκαν οι δραγουμάνοι πλάι στον αφέντη τους –βέβαια, συνήθως στην περίσταση αυτή λέμε το πολύ πιο δυσοίωνο, «τι στέκεις σαν τον Χάρο;»

Πιο πάνω είπα πως στα εβραϊκά το targum, λέξη ομόριζη του δραγουμάνου, σημαίνει «μετάφραση, διερμηνεία», αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια. Η λέξη targum (πληθυντικός targumim) σημαίνει επίσης τις αραμαϊκές μεταφράσεις της εβραϊκής Βίβλου, που κυκλοφορούσαν για να βοηθήσουν τους πιστούς που είχαν λησμονήσει τα κλασικά εβραϊκά, ενώ στον μεσαίωνα targum ονομάστηκαν γενικώς τα αραμαϊκά. Τη λέξη αυτή τη συνάντησα τις προάλλες, ενώ έφτιαχνα έναν κατάλογο με τις εκφράσεις κάθε γλώσσας που είναι ισοδύναμες με το ελληνικό «αυτά είναι κινέζικα» ή το αγγλικό that’s Greek to me. Βλέπετε, κάθε λαός έχει άλλη αντίληψη για την κατ’ εξοχήν ακαταλαβίστικη γλώσσα –και το αστείο είναι πως στα Γίντις, τα γερμανοεβραϊκά θα μπορούσαμε να πούμε, η αντίστοιχη έκφραση είναι siz targum-leson tsu mir = Αυτά [είναι] η γλώσσα του Ταργκούμ για μένα. Παναπεί, οι εβραίοι της εποχής εκείνης, αν και επίσης τρισχιλιετείς, είχαν την ειλικρίνεια να παραδεχτούν πως δεν καταλαβαίναν γρυ από τα ιερά τους κείμενα. Αλλά πλατειάζω, ας επιστρέψω στον δραγουμάνο και τις παραφυάδες του.

Και θα κλείσω με μια παραφυάδα. Στο μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά βρίσκω πως πέρα από τον τύπο δραγουμάνος υπάρχει και ο τύπος τζουρτζουμάνος, που είναι προϊόν παράλληλου δανεισμού από άλλον αραβικό τύπο (turjuman). Ο τύπος αυτός έδωσε και στη Δύση διάφορους εντελώς αγνώριστους τύπους, λ.χ. το ιταλικό turcimanno (προφανώς δούλεψε και η παρετυμολογία εδώ), το παλαιογαλλικό trucheman, από το οποίο βγαίνει και το σημερινό “par le truchement de…” που σημαίνει «μέσω τού…» ή το γερμανικό Trutzelmann. Σύμφωνα μάλιστα με τη Βικιπαίδεια, το επώνυμο του Φράνιο Τούτζμαν, του εθνικιστή πρώτου προέδρου της Κροατίας, προέρχεται από την ίδια ρίζα, δηλαδή κι αυτός δραγουμάνους προγόνους θα είχε!

Πηγή:sarantakos.com


Related Posts with Thumbnails