Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Οι μύθοι και τα μυστήρια του Παγγαίου

(Της φιλολόγου Ελένης Γαραντούδη)


To όρος Παγγαίο είναι πολύ γνωστό από τα μυθολογικά χρόνια. Το χρυσάφι του έκανε τον Ευριπίδη στην τραγωδία του “Ρήσος” να το ονομάσει “όρος με τους όγκους χρυσού, του οποίου η γη κρύβει άργυρο”. Για αιώνες τα πλούσια μεταλλεία του παρείχαν σε μεγάλη αφθονία το χρυσό και τον άργυρο και αποτελούσαν πόλο έλξης για πλήθος λαών και φυλών στην γύρω από το Παγγαίο περιοχή.
Εκτός όμως από το χρυσάφι του, το Παγγαίο συνδέεται με έναν “θησαυρό” μύθων που αφορούν δύο σημαντικές όψεις του αρχαίου κόσμου, τη διονυσιακή θρησκεία και τον Ορφισμό. 

Η Θράκη, κατά τη μυθική αντίληψη ήταν μια περιοχή πολύ ευρύτερη από το γνωστό γεωγραφικό χώρο. (Οι θράκες, άλλωστε ήταν ο λαός που ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του Παγγαίου και γενικά της μεταξύ του Στρυμόνα και Νέστου χώρας). Για τους Έλληνες του Νότου ήταν ο τόπος απ' όπου ξεκινούσε ο ορμητικός Βορέας με τα παιδιά του, τους Βορεάδες και τη Χιόνη, και ο άγριος πολεμικός θεός Άρης. Ήταν όμως και ο τόπος του Ορφέα, του Μουσαίου, του θάμυρη και του Εύμολπου, που είχαν διδάξει στους ανθρώπους τα θεία μυστήρια και τη μουσική.

Η Θράκη ήταν ο τόπος όπου γεννήθηκε και κατοικούσε ένας από τους Δώδεκα θεούς, ο Άρης. Άγριος και αιμοβόρος, όπως ήταν αυτός ο θεός, άφησε απογόνους σαν τον Τηρέα, τον Λυκούργο και τον Διομήδη, που έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων σαν βασιλιάδες της Θράκης γεμάτοι σκληρότητα και βαρβαρότητα. Κατά τη μυθολογία το όνομα του το Παγγαίο το πήρε από τον Παγγαίο, το γιο του Άρη και της Κριτοβούλης, ο οποίος επειδή δεν μπόρεσε να αντέξει τις τύψεις της συνείδησης του για την αιμομιξία που εν αγνοία του διέπραξε με την κόρη του, αυτοκτόνησε πάνω στο όρος αυτό, όπως για όλα αυτά μας πληροφορεί η Γεωγραφία περί Θράκης του Μελετίου.

Ο Πλίνιος αναφέρει την παράδοση ότι πρώτος ανακάλυψε τα πολύτιμα μέταλλα του Παγγαίου ο φοινικικής καταγωγής Κάδμος που κάποτε έφτασε με τους δικούς του στη Θράκη, όπου οι κάτοικοι τους δέχθηκαν φιλικά και τους πρόσφεραν φιλοξενία. Μαζί με τον Κάδμο είχε ξεκινήσει από τη Φοινίκη και κάποιος Θάσος, γιος του Ποσειδώνα που όταν έφτασαν στη Θράκη, πέρασε σ' ένα κοντινό νησί απέναντι και έχτισε πόλη. Από τότε το νησί πήρε το όνομα του και λέγεται Θάσος. Στη Θράκη ο Κάδμος έμαθε τους ανθρώπους να βγάζουν χρυσάφι μέσα από το βουνό Παγγαίο και να φτιάχνουν με αυτό διάφορα κομψοτεχνήματα. Τους έμαθε και άλλες τέχνες που ήξερε από την πατρίδα του. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή το όνομα του το Παγγαίο το πήρε από τη φοινικική λέξη paga, που σήμαινε συνάντηση.

Πάνω στο Παγγαίο και με πρωταγωνιστή τον μεγάλο θεό των θρακών, τον Διόνυσο ή Βάκχο, διαδραματίστηκε ο τραγικός μύθος του θράκα βασιλέα Λυκούργου. Ο Λυκούργος, που βασίλευε στους Ηδωνούς, κοντά στον Στρυμόνα, εναντιώθηκε στη λατρεία του Διόνυσου, επιτέθηκε στις Βάκχες της ακολουθίας του και απείλησε τη ζωή και του ίδιου του θεού. Ο ίδιος ο μικρός Διόνυσος από το φόβο του βούτηξε μέσα στη θάλασσα, όπου η Θέτιδα τον δέχτηκε τρεμάμενο στην αγκαλιά της. Τότε η οργή του Δία έπεσε πάνω στον Λυκούργο που τυφλώθηκε και δεν άργησε να πεθάνει, κλεισμένος σε σπήλαιο του Παγγαίο από τον ίδιο τον Διόνυσο. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου ο ίδιος ο Διόνυσος του τάραξε τα φρένα και τον έβαλε να κατακρεουργήσει το ίδιο το παιδί του, νομίζοντας πως κλαδεύει ένα αμπέλι, και πως ύστερα από αυτό οι Ηδωνοί, για να επαναφέρουν τη γονιμότητα της γης τους που είχε χαθεί, τον έδεσαν πάνω στο βουνό τους το Παγγαίο, όπου άγρια άλογα τον κατασπάραξαν. Πάνω στο Παγγαίο έλεγαν ακόμα πως ένας ντόπιος, ο Χάροπας, βοήθησε τον Διόνυσο να νικήσει και να θανατώσει το Λυκούργο, πως αυτός, παίρνοντας την εξουσία σύμφωνα με το θέλημα του νικητή θεού, διέδωσε τη λατρεία του και πως δίδαξε στο γιο του Οίαγρο τις διονυσιακές τελετουργίες, που αργότερα ο γιος του Οίαγρου, ο Ορφέας τις διαμόρφωσε και τις συστηματοποίησε, έτσι ώστε έγιναν ευρύτερα γνωστές σαν Ορφικά Μυστήρια.

Ο Ορφέας είναι μια περίεργη μυθική μορφή, χωρίς σαφή γνωρίσματα ήρωα, θεού ή ημίθεου. Χαρακτηρίζεται ως “γόης από μουσικής άμα και μαντικής”, αλλά ήταν και εισηγητής συγκεκριμένων μυστικών τελετών, θρησκευτικός ποιητής, προφήτης και ιερέας. Επιπλέον τιμήθηκε στον τάφο του με θυσίες ως θεός και όχι με εναγίσματα όπως οι ήρωες. Καταγόταν από τη Θράκη και έδρασε είτε στην περιοχή των Πιερίων, όπου υπήρχε ο τάφος του, είτε στην περιοχή του όρους Παγγαίο και ανατολικότερα ως τον ποταμό Έβρο.

Ο Ορφέας ήταν φημισμένος για την επίδοση του στη μουσική, στο άσμα και στην κιθαρωδία. Η αρχαιότητα τον ύψωσε σε σύμβολο της κιθαρωδίας, αξεπέραστο από τους μεταγενέστερους δεξιοτέχνες του είδους. Έμβλημα του σ' όλες τις εικαστικές παραστάσεις έγινε η λύρα που άλλοτε την κρατούσε στα γόνατα πλήττοντας τις χορδές και τραγουδώντας και άλλοτε στο χέρι ως απλό έμβλημα.

Ο Ορφέας μετά την κάθοδο του στον Άδη, απ' όπου απέτυχε να επαναφέρει την Ευρυδίκη, επέστρεψε στον Επάνω Κόσμο πικραμένος, και εφτά ημέρες περιπλανιόταν αμίλητος χωρίς τροφή ή θρηνούσε στις όχθες ενός ποταμού. Από τότε ήταν αδιάφορος προς κάθε γυναίκα και ταπείνωνε όσες τον πλησίαζαν. Μερικοί έλεγαν πως δεν θέλησε να ζήσει μόνος και αυτοκτόνησε. Κατά τους ορφικούς όμως ο θάνατος του προφήτη τους υπήρξε μαρτυρικός όπως του θεού τους Ζαγρέα. Κατά την αυθεντικότερη εκδοχή ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ που πρόσφατα είχε περάσει με την ακολουθία των Βακχών από τη Μικρά Ασία στη Θράκη βρήκε τον Ορφέα περιφρονητή των μυστηρίων του και έβαλε τις Βάκχες, γνωστές στη Θράκη ως “Βασσάρες” ή “Βασσαρίδες” να τον “διασπάσουν” πετώντας εδώ κι εκεί τα μέλη του. Οι μούσες μάζεψαν τα μέλη του και τα έθαψαν.

Άλλοι έλεγαν πως ο Ορφέας θανατώθηκε από τις γυναίκες των θρακών που τον εκδικήθηκαν είτε γιατί τις απέκλεισε από τα μυστήρια που ίδρυσε, είτε γιατί τις αποξένωσε από τους άντρες τους με το να εισαγάγει τον παιδικό έρωτα στη Θράκη. Σύμφωνα με άλλη άποψη η Αφροδίτη είχε ξεσηκώσει τις γυναίκες των θρακών να τον διαμελίσουν, ενώ άλλοι έλεγαν πως ο Δίας σκότωσε με κεραυνό τον Ορφέα γιατί στα μυστήρια που ίδρυσε αποκάλυπτε στους ανθρώπους απόκρυφες αλήθειες για το υπερπέραν.

Τα νέα διονυσιακά μυστήρια, όπως τα διαμόρφωσε ο Ορφέας, είχαν τόσο σημαντικές διαφορές από τα μυστήρια της εκστατικής διονυσιακής λατρείας, ώστε οι ορφικοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους οπαδούς μιας διαφορετικής θρησκείας (αν και πάλι διονυσιακής). Στο κέντρο της ορφικής διδασκαλίας μπήκε ο λεγόμενος Διόνυσος Ζαγρέας, γιος, κατά τον “ιερό λόγο” των ορφικών, του Δία και της θεάς του Κάτω Κόσμου Περσεφόνης. Οι Τιτάνες, οι κακούργες θεϊκές υπάρξεις που είχαν νικηθεί από το Δία κατά την Τιτανομαχία, βρήκαν ευκαιρία να εκδικηθούν το Δία σκοτώνοντας το γιο του που ήταν ακόμη νήπιο. Διαμέλισαν τον Διόνυσο Ζαγρέα και έφαγαν ωμές τις σάρκες του, εκτός από την καρδιά του που πρόλαβε να τη σώσει η Αθηνά. Οι Τιτάνες μετά το κακούργημα τους κατακεραυνώθηκαν από το Δία, και από τη στάχτη τους δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι. Οι ορφικοί έλεγαν πως οι άνθρωποι είχαν μέσα τους το θεϊκό στοιχείο (γιατί οι Τιτάνες είχαν φαει το Διόνυσο Ζαγρέα) είχαν όμως και τη θηριώδη ή κακοποιό “τιτανική φύση” (γιατί είχαν πλαστεί από τη στάχτη των Τιτάνων). Η ορφική ζωή (με τις νηστείες ή την αποχή από ζωικές τροφές και με τους θρησκευτικούς καθαρμούς) είχε το σκοπό να ενισχύσει μέσα τους το θεϊκό στοιχείο (την ψυχή) και να δεσμεύσει ή να νεκρώσει την τιτανική φύση (τις ζωικές ή σωματικές επιθυμίες).

Σύμφωνα με αυτήν την πίστη, την πραγματική φύση του ανθρώπου, ότι θεϊκό υπάρχει μέσα του, το έχει μαζί της η ψυχή, που ύστερα από το θάνατο δεν βυθίζεται σαν φευγαλέα - σκιά στον μουχλιασμένο Άδη, μόνο πρέπει να δώσει λογαριασμό για τις πράξεις της και υποχρεώνεται να περάσει μια σειρά από γεννήσεις, που τη φέρνουν ή πίσω στη θεϊκή της πατρίδα ή σε αιώνια καταδίκη. Η κίνηση αυτή ήθελε να οδηγήσει τον άνθρωπο στην κάθαρση της ψυχής του, στην απελευθέρωση της από τη σωματικότητα και σε διαρκή ένωση με τη θεότητα.

Αντίθετα οι οπαδοί της οργιαστικής διονυσιακής λατρείας πίστευαν στην αξία του ωμοφαγίου: Οι Μαινάδες, κυριευμένες από τη διονυσιακή μανία, διαμέλιζαν ένα ζώο που αποτελούσε ενσάρκωση του θεού Διονύσου. Τρώγοντας κανείς ωμό λίγο από το κρέας του ζώου αυτού “έφερνε μέσα του το θεό”, και αυτό πίστευαν πως ανακαίνιζε τον άνθρωπο και εξευγένιζε τη ζωή του. Οι δύο αυτές αιρέσεις της διονυσιακής λατρείας συνυπήρχαν στα ιστορικά χρόνια, οι σχέσεις όμως των οπαδών τους ήταν πάντοτε εχθρικές.

Ο Διόνυσος είναι, ως γνωστόν, θεός του κρασιού και γενικότερα της γονιμότητας και της βλάστησης. Τα όργια του θεού γιορτάζονταν κάθε δύο χρόνια στις αρχές του Δεκέμβρη πάνω στον Παρνασσό. Η λέξη όργια σημαίνει έργα ιερά, θρησκευτικές τελετές. Μόνο γυναίκες οργανωμένες σε θιάσους, έπαιρναν μέρος σ' αυτά. Ήταν οι μαινάδες ή βάκχες ή θυιάδες, που κρατούσαν στο ένα χέρι τον αναμμένο πυρσό και στο άλλο τον θύρσο -ένα ραβδί στολισμένο με αμπελόφυλλα και κισσό και μ' ένα κουκουνάρι στην άκρη - και εβάκχευαν, που θα πει πως έπεφταν σε θρησκευτική υστερία. Ανέβαιναν τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι και στο κρύο της χειμωνιάτικης νύχτας στις δασωμένες πλαγιές και στις κορυφές του βουνού, ενώ τα τύμπανα και ο αυλός συνόδευαν τους έξαλλους χορούς τους, ώσπου να σωριαστούνε εξαντλημένες στο χώμα. Στην αλλοφροσύνη τους έβλεπαν να αναβλύζουν από τη γη ποτάμια μέλι και γάλα και κρασί. Ακόμη με την πίστη πως ο Διόνυσος είχε ενσαρκωθεί σε ζώο, στην επιθυμία τους να κοινωνήσουν μαζί του, όποιο αγρίμι έβρισκαν χύνονταν και το έπιαναν, το ξέσκιζαν με τα χέρια και έτρωγαν τις σάρκες του ωμές. Με ανάλογες οργιαστικές τελετές γιόρταζαν τον Διόνυσο οι γυναίκες και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας και της Μικρός Ασίας, ιδιαίτερα στη Μακεδονία, που γειτόνευε με τη Θράκη, από όπου είχαν ξεκινήσει τα διονυσιακά όργια.

Η “μανία” που φέρνει ο θεός Διόνυσος, η μεταβολή δηλ. της συνείδησης του ατόμου, συνδέεται βέβαια πρώτα - πρώτα με το κρασί και την έκσταση και τη μέθη που φέρνει. Όμως η μανία αυτή που αποτελεί το ζωντανό σημάδι πως κάποιος έγινε “ένθεος”, δηλαδή ο θεός “μπήκε” σε κάποιον, δεν είναι απαραίτητα δεμένη με το κρασί αφού παρουσιάζεται και ανεξάρτητα απ' αυτό. Η “μανία” έχει σχέση με τη λέξη “μένος” που σημαίνει τη δύναμη του νου, την ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου. Μανία λοιπόν δεν είναι μια απώλεια, “να χάνει κανείς τα λογικά του”, αλλά ένα δυνάμωμα, μια τόνωση της αίσθησης που έχει ο καθένας για την πνευματική του δύναμη. Το βίωμα αυτό όμως δεν μπορεί να το αποκτήσει κανείς μένοντας μόνος σε περισυλλογή. Είναι ένα μαζικό φαινόμενο που γίνεται μεταδοτικό. Αυτό εκφράζει ο μύθος για το “θίασο” του Διονύσου. Όποιος όμως δίνεται στο θεό Διόνυσο, πρέπει να απαρνηθεί και να αποβάλλει την “αστική” του ύπαρξη και να γίνει “μαινόμενος”, να βγει δηλαδή από τους περιορισμούς της πόλης. Αυτό είναι ένα βίωμα του θείου που συνάμα φέρνει σωτηρία στον άνθρωπο.

Εκείνο, λοιπόν, που χαρακτηρίζει τη διονυσιακή θρησκεία είναι η έκσταση, το να βγαίνει κανείς από τον εαυτό του, βοηθούμενος όχι μόνο από το κρασί, αλλά και από τον παράφορο χορό. Ο Όμηρος, που είναι κήρυκας της ολυμπιακής θρησκείας και δεν συμπαθεί τα μυστικιστικά κηρύγματα, λίγο πολύ αγνοεί το Διόνυσο. Στον απλό λαό όμως η διάδοση της λατρείας του ήταν μεγάλη. Γι' αυτόν ο Διόνυσος ήταν ο Λύσιος, ο θεός που λύτρωνε τους ανθρώπους από τους έγνοιες και τα βάσανα της καθημερινής ζωής.

Ο J.P. VERNANT στο βιβλίο του “ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ” γράφει σχετικά με το θέμα: “Η διονυσιακή θρησκεία είναι, λοιπόν, πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα υπόθεση των γυναικών. Οι γυναίκες ως γυναίκες αποκλείονται από την πολιτική ζωή. Η θρησκευτική ιδιότητα που τις κάνει ικανές να παίξουν, ως Βάκχες, κυριαρχικό ρόλο στη διονυσιακή θρησκεία, είναι το αντίστροφο αυτής της κατωτερότητας που τις σημαδεύει στο πολιτικό επίπεδο και που τους απαγορεύει να συμμετέχουν - ισότιμα με τους άντρες - στη διακυβέρνηση της πόλης. Αλλά και οι δούλοι βρίσκουν επίσης μια θέση στις διονυσιακές λατρείες, μια θέση που κανονικά δεν μπορούν να έχουν αλλού (...). Το θρησκευτικό, λοιπόν ρεύμα της διονυσιακής θρησκείας προσέφερε σε μια παλιά εποχή, ένα πλαίσιο συγκέντρωσης σε όσους βρίσκονταν το περιθώριο της αναγνωρισμένης κοινωνικής τάξης. Μερικά λατρευτικά επίθετα του Διονύσου, όπως Ελευθέριος και Λύσιος, μαρτυρούν αυτή τη διαπλοκή του κοινωνικού και του θρησκευτικού στοιχείου και την ίδια επιδίωξη για ελευθερία και απολύτρωση. Πράγματι αυτό που προσφέρει η διονυσιακή θρησκεία στους πιστούς - και όταν ακόμη ελέγχεται από το κράτος, όπως θα συμβεί την κλασική εποχή -είναι μια θρησκευτική εμπειρία αντίστροφη της επίσημης λατρείας. Δεν πρόκειται πια για την ιεροποίηση μιας τάξης, όπου πρέπει κανείς να ενταχθεί, αλλά για την απολύτρωση από αυτήν την τάξη και την απελευθέρωση από τους εξαναγκασμούς που συνεπάγεται από ορισμένες απόψεις. Έτσι έχουμε αναζήτηση μιας ριζικά διαφορετικής εμπειρίας, μακριά από την καθημερινή ζωή, τις συνηθισμένες ασχολίες, τους υποχρεωτικούς καταναγκασμούς, και προσπάθεια να καταργηθούν όλα τα όρια, να πέσουν όλοι οι φραγμοί που προσδιορίζουν έναν οργανωμένο κόσμο φραγμοί ανάμεσα στον άνθρωπο και στο θεό, στο φυσικό και στο υπερφυσικό, ανάμεσα στο ανθρώπινο, στο ζωϊκό και στο φυτικό, κοινωνικοί φραγμοί, όρια του εγώ”.

Σε άλλη σελίδα του βιβλίου διαβάζουμε πως “θίασοι, σύλλογοι και μυστήρια ανοίγουν τις πόρτες τους σε άτομα, που μπορούν τώρα να γνωρίσουν τις ιερές αλήθειες - προνόμιο, άλλοτε ορισμένων κληρονομικών γενών - χωρίς κανέναν περιορισμό ως προς την κοινωνική τους θέση και καταγωγή. Η δημιουργία θρησκευτικών αιρέσεων, όπως οι “ορφικές”, η ίδρυση μυστηριακών θρησκειών, η συγκρότηση ενός συλλόγου “σοφών”, όπως ήταν ο Πυθαγορικός, φανερώνουν σε διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετικούς κύκλους, το ίδιο μεγάλο κοινωνικό κίνημα διεύρυνσης και διάδοσης μιας ιερής αριστοκρατικής παράδοσης”.

Ο ορφισμός είναι μια θρησκευτική κίνηση που, όπως παρατηρεί ο ALBIN LESKY στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, τη σημασία της την υπερτίμησαν υπερβολικά σε ορισμένες εποχές, για να την αποκηρύξουν ύστερα σχεδόν ολοκληρωτικά με ριζοσπαστικό σκεπτικισμό. Κατά πόσο η κίνηση αυτή αναπτύχθηκε από καθαρά ελληνικά ξεκινήματα, κατά πόσο είχε σχέση με τη διδασκαλία της Ανατολής για την περιπλάνηση των ψυχών, είναι προβλήματα που η λύση τους δεν είναι εύκολη. Δεν είναι όμως ξένη σταγόνα μέσα στο ελληνικό αίμα, αλλά συνανήκει στην εικόνα του ελληνικού κόσμου.

Το Παγγαίο λοιπόν, συνδέεται με μύθους, θρησκείες και λατρείες, που λειτούργησαν “επαναστατικά”, φέρνοντας μεγάλες καινοτομίες, αλλάζοντας τη ζωή των ανθρώπων που τις ακολουθούσαν.

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΞΕΡΑΤΕ ΟΤΙ :


ΤΟ ΞΕΡΑΤΕ ΟΤΙ :

Στην μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων κάποτε στην Αρκαδία όπως μας λεεί ο Εκαταίος
ο Μιλήσιος στο έργο του Γενεαλογίες αναφέρει ότι ο Δίας με την Νιόβη απέκτησαν ένα γιο τον Πελασγό. Ο Πελασγός λοιπόν έκανε ένα γιο με την Μελίβοια που τον ονόμασαν Λυκάων, αυτός αφού έγινε βασιλιάς της Αρκαδίας μετά από καποιο χρησμό απέκτησε πολλά παιδιά από πολλούς γάμους.
Ο Λυκάων ήταν αρκετά ασεβής ομοίως και τα παιδιά του. Τα παιδιά του ήταν ο Μαίναλος, ο Θεσπρωτός, ο Νύκτιμος, ο Λύκος και άλλοι. Όλοι τους υπερβολικά υπερήφανοι και ασεβείς.

Ο Δίας λοιπόν μεταμορφώθηκε σε χειρονάκτη και επισκεύτηκε τους γιούς του Λυκάονα οι οποίοι τον φιλοξένησαν και ετοίμασαν τραπέζι σφάζοντας ένα παιδί με γεύμα τα σπλάχνα του. Ο Δίας όμως
σαν θεός που ήταν το ήξερε αηδιασμένος και θυμωμένος αναποδογύρισε το τραπέζι, από τότε
ονόμασαν την περιοχή Τραπεζούντα της Αρκαδίας. Ο Δίας τα παιδιά αυτά τα τιμώρησε μετατρεπωντάς τα σε λύκους και άλλα τα κατακεραύνωσε.

Αν και εδώ μιλάμε για την Αρχαία Πόλη, Τραπεζούντα της Αρκαδίας, μπορούμε να πούμε και να ενημερώσουμε πως η Τραπεζούντα του Πόντου κτίστηκε από τις αποικίες των Αρχαιών Ελλήνων αν και δεν κτίστηκε από τους Αρκάδες. Σε αυτό το σημείο θα κάνουμε μια ιστορική αναδρομή για την αξιομνημόνευτη πόλη του Πόντου, Τραπεζούντα.

Η Τραπεζούντα (τουρκικά Trabzon) είναι πόλη της Μικράς Ασίας στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, στη σημερινή Τουρκία. Παλιά ελληνική αποικία κατά την Αρχαιότητα, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, μεγάλο αστικό και πολιτιστικό κέντρο των Ελλήνων Ποντίων μέχρι το 1922 και τηνΜικρασιατική Καταστροφή.


H Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν ένα από τα ανεξαρτητα κρατίδια που προέκυψαν μετά την προσωρινή διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τηνΤέταρτη Σταυροφορία το 1204. Μπορεί να ειπωθεί ότι ήταν η διάδοχη κατάσταση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά την κατάλυση από τους Σταυροφόρους.
Ιδρύθηκε από τους αδελφούς Αλέξιο και Δαβίδ Κομνηνούς, εγγονούς του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Ά Κομνηνού, με τη βοήθεια της θείας τους, της βασίλισσας Θάμαρ της Γεωργίας. Πρωτευουσά της ήταν η Τραπεζούντα και σύμβολό της, σημαία της, ο αετός των αρχαίων Σινωπέων, με την διαφορά ότι ενώ ο αετός των αρχαίων Σινωπέων έβλεπε προς την Ανατολή, ο αετός της Αυτοκρατορίας του Πόντου έβλεπε προς τη Δύση, σαφής ένδειξη των προθέσεων της νέας Αυτοκρατορίας. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο αετός των Σινωπέων, ήταν ο αετός των αρχαίων Μιλησίων. Η Αρχαία Μίλητος ήταν ο αρχικός τόπος των αποικιστών του Πόντου και συγκεκριμένα της Σινώπης, της Τραπεζούντας κ.ά.
Στην αρχή της ύπαρξής της έγινε προσπάθεια για την ανακατάληψη τηςΚωνσταντινούπολης, αλλά όταν αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατο, οι ηγεμόνες της περιόρισαν τις φιλοδοξίες τους στην περιοχή του Πόντου. Για αρκετά χρόνια ήταν υποτελής είτε στους Σελτζούκους του Ικονίου, είτε στους Ιλχανίδες Μογγόλους της Περσίας. Ήταν το τελευταίο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που καταλύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους, το 1461.

Ίδρυση (1204-1222)
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν ένα από τα τρία ελληνικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν, μαζί με την Αυτοκρατωρία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου . Ο Αλέξιος Κομνηνός, ο εγγονός του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α’ Κομνηνού και γιος της Γεωργιανής Ρουδουσάν κόρη του Γεωργίου ΄Γ της Γεωργίας έκανε την Τραπεζούντα πρωτεύουσα του βασιλείου του και ανακήρυξε τον εαυτό του Αυτοκράτορα και νόμιμο διάδοχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α’ εκδιώχτηκε, ύστερα από στάση, από τον βυζαντινό θρόνο και δολοφονήθηκε βάναυσα το 1185. Ο γιος του Μανουήλ τυφλώθηκε εκείνο το διάστημα και ίσως να υπέκυψε στους τραυματισμούς του. Σύμφωνα με τις πηγές, η Ρουσουδάν, η σύζυγος του Μανουήλ και μητέρα του Αλέξιου και του Δαυίδ, εγκατέλειψε εσπευσμένα την Κωνσταντινούπολη με τα παιδιά της, ώστε να αποφύγει τις διώξεις από τον ανερχόμενο Αυτοκράτορα Ισαακ ΄Β Άγγελο. Δε είναι σαφές αν η Ρουσουδάν κατέφυγε στην Γεωργία ή στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου όπου και κατάγονταν η οικογένεια των Κομνηνών. Υπάρχουν πάντως ενδείξεις ότι οι Κομνηνοί είχαν δημιουργήσει ημι-ανεξάρτητο κράτος σε αυτή την περιοχή, με έδρα την Τραπεζούντα πριν από το 1204.
Κάθε άρχοντας της Τραπεζούντας αυτοαποκαλούνταν: Μέγας Κομνηνός (ή Μεγαλοκομνηνός σύμφωνα και με την ποντιακή παράδοση) και αρχικά διεκδικούσε τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Μετά, όμως, το 1282, ο επίσημος τίτλος του άρχοντα της Τραπεζούντας άλλαξε σε: «Αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας», τίτλος που διατηρήθηκε ως το 1461. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ονομάζονταν και κράτος των Κομνηνών, λόγω της άρχουσας δυναστείας.
Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήλεγχε την παράκτια περιοχή του Εύξεινου Πόντου, μεταξύ Σινώπης και Σωτηριούπολης. Τον 13ο αιώνα η Τραπεζούντα ήλεγχε την Περάτεια, δηλαδή τις απέναντι ακτές της Χερσώνας στην Κριμαική χερσόνησο (αρχαία Ταυρική). Ο Δαυίδ Κομνηνός, ο νεώτερος γιος του Αλέξιου, επεκτάθηκε γρήγορα προς τα δυτικά, καταλαμβάνοντας την Σινώπη, την Ηράκλεια (Ποντοηράκλεια), μέχρι που απέκτησε κοινά σύνορα με την Αυτοκρατωρία της Νίκαιας του Νικηφόρου Ά Λάσκαρη. Αυτά τα εδάφη δεν διατηρήθηκαν, καθώς την Σινώπη την κατέλαβε η Νίκαια το 1206 και τελικά έπεσε στα χέρια των Σελτσούκων το 1214.


Ευημερία και προστριβές (1222-1390)Η Τραπεζούντα βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο με τους Σελτζούκους του Ικονίου και αργότερα με τους Οθομανούς όπως και με τους Βυζαντινούς και τα ιταλικά κρατίδια, ιδιαίτερα τους Γενουάτες. Ήταν στην ουσία μια Αυτοκρατορία κατ’ όνομα, επιβιώνοντας συνάπτοντας στρατηγικές συμμαχίες και γάμους σκοπιμοτήτων με άρχοντες γειτονικών κρατών.
Η καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους το 1258, κατέστησε την Τραπεζούντα το δυτικό τέρμα του δρόμου του μεταξιού. Κάτω από την προστασία των Μογγόλων η πόλη απέκτησε σημαντικά πλούτη, λόγω του εμπορίου μεταξιού. Εκείνη την εποχή, ο Μάρκο Πόλο, επέστρεψε στην Ευρώπη δια μέσου της Τραπεζούντας το 1295. Επί του Αυτοκράτορα Τραπεζούντας Αλέξιου Γ΄ (1349-1390) η πόλη ήταν ένα από τα κύρια εμπορικά κέντρα του τότε κόσμου και ήταν ξακουστή για τον σημαντικό πλούτο και τις τέχνες τις.
Η μικρή σε έκταση Αυτοκρατορία, αρχικά προσάρτησε αρκετά εδάφη, επί Αλέξιου Α’ (1204-1222) και ιδιαίτερα επί του αδελφού του Δαυίδ που πέθανε στο πεδίο της μάχης το 1214. Ο δευτερότοκος γιος του Αλέξιου,Μανουήλ Α΄ (1238-1263) εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και απέκτησε το κύρος του αξιόλογου στρατιωτικού διοικητή, παρόλο που η Αυτοκρατορία του έχασε εδάφη από τους Τουρκομάνους και αναγκάστηκε να μείνει για ένα διάστημα φόρου υποτελείς στους Σελτζούκους του Ικονίου και αμέσως μετά στους Μογγόλους της Περσίας. Ταραχώδης ήταν η βασιλεία του Ιωάννη Β΄ (1280-1297), όπου πραγματοποιήθηκε η συμφιλίωση με το Βυζάντιο και η άρση των βλέψεων επί της Κωνσταντινούπολης. Η Τραπεζούντα στα χρόνια του Αλεξίου Β΄ (1297-1330) έφτασε στο απόγειο της ακμής, του πλούτου και της επιρροής της. Όμως στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αλέξιου Γ΄ ως το 1355, σημειώθηκαν πολλές εσωτερικές ταραχές, με δολοφονίες αριστοκρατών και εσωτερικές έριδες. Η Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε να επανακάμψει πλήρως από αυτές τις εσωτερικές προστριβές, ούτε οικονομικά ούτε εδαφικά

Παρακμή και πτώση (1390-1461)
Ο Μανουήλ Γ΄ (1390-1417), διαδέχτηκε τον Αλέξιο Γ’ και συμμάχησε με τον Ταμερλάνο, ο οποίος συνέτριψε τους Οθωμανούς στην Μάχη της Άγκυρας το 1402.Ο γιος του Αλέξιος Δ΄ (1417-1429) πάντρεψε δύο από τις κόρες του με ηγεμόνες γειτονικών τουρκικών φυλών (Μαυροπροβατάδων και Ασπροπροβατάδων), ενώ η μεγαλύτερη κόρη του παντρεύτηκε τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιωάννη Η ΄ Παλαιολόγο . Ένας Ισπανός ταξιδιώτης της εποχής (ο Πέτρος Ταφούρ)που επισκέφτηκε την Τραπεζούντα το 1437 ανέφερε ότι η άμυνα της πόλης αποτελείται από λιγότερο από 4.000 στρατιώτες.
Ο Ιωάννης Δ΄ (1429-1459) δεν είχε την δυνατότητα να ενισχύσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης και να αποτρέψει την Άλωσή της το 1453. Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Β΄, προσπάθησε να καταλάβει την Τραπεζούντα από θαλάσσης το 1442, όμως η τρικυμία που επικρατούσε καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε αποβατική ενέργεια. Ο επόμενος Σουλτάνος, ο Μωάμεθ Β΄, ήταν απασχολημένος με τις εκστρατείες του στην Ευρώπη, όμως εν τω μεταξύ ο Οθωμανός διοικητής της Αμάσειας επιτέθηκε στην Τραπεζούντα. Η επίθεση αυτή αποκρούστηκε, όμως πολλοί κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και το ποσό των λύτρων για την απελευθέρωση τους ήταν υπέρογκο.
Ο Ιωάννης Δ’, φρόντισε να θωρακίσει την Τραπεζούντα συνάπτοντας συμμαχίες. Πάντρεψε την κόρη του με τον Τούρκο ηγεμόνα της φυλής των Ασπροπροβατάδων, ως αντάλλαγμα για μελλοντική στρατιωτική βοήθεια. Επίσης, σύναψε συμφωνίες και με τα τουρκικά κρατίδια της Σινώπης και της Καραμανίας και με το βασίλειο της Γεωργίας.
Όμως μετά τον θάνατο του Ιωάννη το 1459, ο διάδοχος και αδελφός του Δαυίδ δεν έκανε σωστή χρήση των υφιστάμενων συμμαχιών. Μάλιστα προσέγγισε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες για βοήθεια κατά των Οθωμανών, κάνοντας λόγο για υπερβολικά φιλόδοξα σχέδια, ακόμη και για κατάκτηση των Ιεροσολήμων. Ο Μωάμεθ Β’ αντιλήφθηκε αυτές τις κινήσεις και ξεκίνησε εκστρατεία για να υποτάξει τα κράτη της περιοχής. Το καλοκαίρι του 1461, με αρκετό στρατό ξεκίνησε από την Προύσα . Αρχικά κινήθηκε προς την Σινώπη, της οποίας ο Τούρκος Εμίρης την παρέδωσε και εν συνεχεία κινήθηκε προς την Αρμενία, καθυποτάσσοντας όλα τα τούρκικα κρατίδια της περιοχής και κυκλώνοντας έτσι την Τραπεζούντα. Αμέσως μετά ξεκίνησε την πολιορκία της πόλης, η οποία μετά από ένα μήνα παραδόθηκε από τον Αυτοκράτορά της Δαυίδ, στις 15 Αυγούστου 1461.
Με την πτώση της Τραπεζούντας, το τελευταίο κατάλοιπο της Ρωμαϊκής (που μετέπειτα ονομάστηκε Βυζαντινή από τους ιστορικούς) Αυτοκρατορίας Ρωμανίας, έπαψε να υφίσταται.

Οι Αυτοκράτορες της Τραπεζούντας αρχικά έφεραν τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ο τίτλος αυτός εξ ορισμού ενείχε βλέψεις για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Από τις αρχές του 14ου αιώνα, για να μην υπάρχει ρήξη με την ανασυσταθείσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία των Παλαιολόγων, υιοθετήθηκε ο τίτλος: «Αυτοκράτορες πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας». Η ηγέτες της Αυτοκρατορίας, διαδοχικά ήταν οι εξής:
 1204-1222 Αλέξιος Α' Μέγας Κομνηνός
 1222-1235 Ανδρόνικος Α' ο Γίδων
 1235-1238 Ιωάννης Α' Μέγας Κομνηνός ο αξούχος
 1238-1263 Μανουήλ Α' Μέγας Κομνηνός
 1263-1266 Ανδρόνικος Β' Μέγας Κομνηνός
 1266-1280 Γεώργιος Α' Μέγας Κομνηνός
 1280-1297 Ιωάννης Β' Μέγας Κομνηνός
 1297-1330 Αλέξιος Β' Μέγας Κομνηνός
 1330-1332 Ανδρόνικος Γ' Μέγας Κομνηνός
 1332-1332 Μανουήλ Β' Μέγας Κομνηνός
 1332-1340 Βασίλειος Α' Μέγας Κομνηνός
 1340-1341 Ειρήνη Παλαιολογίνα
 1341-1342 Άννα Μεγάλη Κομνηνή
 1342-1344 Ιωάννης Γ' Μέγας Κομνηνός
 1344-1349 Μιχαήλ Α' Μέγας Κομνηνός
 1349-1390 Αλέξιος Γ' Μέγας Κομνηνός
 1390-1417 Μανουήλ Γ' Μέγας Κομνηνός
 1417-1446 Αλέξιος Δ' Μέγας Κομνηνός
 1446-1458 Ιωάννης Δ' Μέγας Κομνηνός ο Καλοιωάννης
 1458-1461 Δαυίδ Μέγας Κομνηνός

Αξιομνημόνευτοι Τραπεζούντιοι της εποχής:
 Βασίλειος Βησσαρίων
 Γεώργιος εκ Τραπεζούντος
 Μιχαήλ Πανάρετος
 Γεώργιος Αμοιρούτζης
 Γρηγόριος Χωνιάδης
 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Η΄ Ξιφιλίνος
Πηγή:wikipedia

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Tυφώv: Ο Μύθος


Ο Δίας εξακοντίζει έναν κεραυνό κατά του Τυφώνα. Μελανόμορφη υδρία, περ. 550 π.Χ., γερμ. κρατική συλλογή αρχαιολογικών ευρημάτων (Inv. 596)

Ο Τυφώνας ή Τυφέας σύμφωνα με τη μυθολογία, είναι ένα τερατώδες ον, ο νεότερος γιος της Γαίας και του Τάρταρου. Υπάρχουν ωστόσο παραλλαγές που συνδέουν τον Τυφώνα με την Ήρα και τον Κρόνο. Η Γαία, δυσαρεστημένη από την ήττα των Γιγάντων, διέβαλε τον Δία στην Ήρα και εκείνη πήγε να ζητήσει από τον Κρόνο ένα μέσο να εκδικηθεί. Ο Κρόνος της παρέδωσε δύο αυγά διαποτισμένα από το σπέρμα του. Αν τα έθαβε, από αυτά τα αυγά θα γεννιόταν ένας δαίμονας ικανός να εκθρονίσει τον Δία. Ο δαίμονας αυτός ήταν ο Τυφώνας.
Σύμφωνα με άλλη μυθική παράδοση, ο Τυφώνας ήταν γιος της Ήρας, που τον είχε γεννήσει μόνη της, χωρίς τη βοήθεια κανενός αρσενικού στοιχείου, όπως είχε κάμει με τον Ήφαιστο. Η Ήρα έδωσε τον τερατώδη γιο της, για να τον μεγαλώσει, σε έναν δράκοντα, το φίδι Πύθωνας που ζούσε στους Δελφούς.
Ο Τυφώνας ήταν κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και σε άγριο ζώο. Ξεπερνούσε όλα τα άλλα παιδιά της Γης σε μέγεθος και δύναμη. Ήταν μεγαλύτερος από όλα τα βουνά και συχνά το κεφάλι του χτυπούσε στα αστέρια. Όταν τέντωνε τα χέρια του, το ένα έφτανε στην Ανατολή και το άλλο ακουμπούσε στη Δύση και αντί για δάχτυλα είχε εκατό κεφάλια δρακόντων. Από τη μέση και κάτω τον περιέβαλλαν οχιές. Το σώμα του ήταν φτερωτό και τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Όταν οι θεοί είδαν το ον αυτό να επιτίθεται στον ουρανό, έφυγαν τρέχοντας μέχρι την Αίγυπτο και κρύφτηκαν μέσα στην έρημο, όπου πήραν μορφές ζώων. Ο Απόλλωνας έγινε γεράκι, ο Ερμής ίβις, ο 'Αρης ψάρι, ο Διόνυσος τράγος, ο Ήφαιστος βόδι κτλ. Μόνο η Αθηνά και ο Δίας αντιστάθηκαν στο θηρίο. Ο Δίας του έριξε από μακριά κεραυνοβόλα βέλη και, όταν ήρθαν στα χέρια, τον χτύπησε με το ατσάλινο δρεπάνι του. Η πάλη εγινε στο βουνό Κάσιο, στα σύνορα της Αιγύπτου και της Πετραίας Αραβίας. Ο Τυφώνας, που ήταν απλώς πληγωμένος, κατάφερε να υπερισχύσει και απέσπασε το δρεπάνι του θεού. Έκοψε τους τένοντες των χεριών και των ποδιών του Δία, φορτώθηκε τον ανίσχυρο θεό στους ώμους του και τον μετέφερε μέχρι την Κιλικία, όπου τον έκλεισε σε μια σπηλιά, το «Κωρύκιο άντρο». Εκτός από αυτό έκρυψε τους τένοντες και τους μυς του Δία σε ένα δέρμα αρκούδας και τα έδωσε στη δράκαινα Δελφύνη να τα φυλάει. Ο Ερμής και ο Πάνας -μερικοί λένε ο Κάδμος- έκλεψαν τους τένοντες και τους ξανατοποθέτησαν στο σώμα του Δία. Αυτός ξαναβρήκε αμέσως τη δύναμή του και, ανεβαίνοντας στον ουρανό πάνω σε άρμα που το έσερναν φτερωτά άλογα, βάλθηκε να κεραυνοβολεί το θηρίο. Ο Τυφώνας τράπηκε σε φυγή και, με την ελπίδα να αυξήσει τις δυνάμεις του, θέλησε να δοκιμάσει τους μαγικούς καρπούς που φύτρωναν στο όρος Νύσα. Αυτή ήταν τουλάχιστο η υπόσχεση που του είχαν δώσει οι Μοίρες, για να τον ελκύσουν. Ο Δίας τον πρόλαβε εκεί και η καταδίωξη συνεχίστηκε.
Στη Θράκη ο Τυφώνας εκσφενδόνισε εναντίον του Δία βουνά, αλλά αυτός τα έκαμε με χτυπήματα κεραυνού να πέφτουν επάνω στο θηρίο. Έτσι το βουνό Αίμος όφειλε το όνομά του στο αίμα που κύλησε από μια από τις πληγές του. Οριστικά αποθαρρημένος ο Τυφώνας τράπηκε σε φυγή και, καθώς διέσχιζε τη θάλασσα της Σικελίας, ο Δίας έριξε πάνω του το βουνό Αίτνα, που τον συνέτριψε. Οι φλόγες που βγαίνουν από την Αίτνα είναι ή αυτές που ξερνά το τέρας ή τα υπολείμματα των κεραυνών, με τους οποίους το σκότωσε ο Δίας.
Στον Τυφώνα αποδίδουν την πατρότητα πολλών θηρίων (Ο σκύλος Όρθρος, η Λερναία ύδρα, η Χίμαιρα), που τα απέκτησε με την Έχιδνα, την κόρη της Καλλιρρόης και του Χρυσάορα.

Πηγή: ALPHA

Related Posts with Thumbnails